Basketgate στην Ελλάδα, «κόκκινοι φάκελοι» στην Κύπρο

Oι δεκάδες ειδοποιήσεις από την ΟΥΕΦΑ και η διαδρομή τους

Basketgate στην Ελλάδα, «κόκκινοι φάκελοι» στην Κύπρο thumb

Δεκάδες προειδοποιήσεις, χρόνια ερευνών και αναπάντητα ερωτήματα. Γιατί η υπόθεση των ύποπτων αγώνων στο κυπριακό ποδόσφαιρο εξακολουθεί να αναζητά τη δικαστική της κατάληξη; Το Basketgate στην Ελλάδα επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα του σύγχρονου αθλητισμού: τις καταγγελίες για πιθανή χειραγώγηση αγώνων και επηρεασμό διαιτητικών αποφάσεων.

Στην Κύπρο, ωστόσο, το ποδόσφαιρο έχει τη δική του, ξεχωριστή ιστορία. Μια ιστορία με «κόκκινους φακέλους», ύποπτη στοιχηματική δραστηριότητα, έρευνες και ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά. Οι δύο υποθέσεις δεν είναι ίδιες. Αναδεικνύουν, όμως, ένα κοινό πρόβλημα, την απόσταση ανάμεσα στις ενδείξεις που κινητοποιούν τις αρμόδιες αρχές και στις αποδείξεις που απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ένα ποινικό αδίκημα.

Το μεγάλο αδιέξοδο

Το ερώτημα για το κυπριακό ποδόσφαιρο είναι επίμονο: πώς είναι δυνατόν να καταγράφονται τόσες προειδοποιήσεις για πιθανή χειραγώγηση αγώνων, χωρίς να προκύπτει αντίστοιχη κατάληξη σε ποινικές καταδίκες για το συγκεκριμένο αδίκημα; Τον Φεβρουάριο του 2020, ο τότε Αρχηγός Αστυνομίας, Κύπρος Μιχαηλίδης, είχε αναφέρει ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών ότι από το 2011 είχαν παραληφθεί 85 ειδοποιήσεις της ΟΥΕΦΑ για ύποπτους ποδοσφαιρικούς αγώνες.

Από αυτές, οι 62 είχαν αρχειοθετηθεί, καθώς δεν κατέστη δυνατό να στοιχειοθετηθούν ποινικά αδικήματα, ενώ οι υπόλοιπες 23 παρέμεναν υπό διερεύνηση κατά τον χρόνο της ενημέρωσης. Το ζήτημα δεν είναι απλώς πόσοι φάκελοι έχουν φτάσει στις κυπριακές αρχές. Είναι τι απέγινε ο καθένας από αυτούς, ποιες έρευνες ολοκληρώθηκαν, ποιες υποθέσεις οδηγήθηκαν στη Νομική Υπηρεσία και για ποιους λόγους δεν προχώρησαν σε ποινική δίωξη.

Το εμπόδιο

Ένα από τα βασικά προβλήματα που είχαν καταγραφεί δημόσια αφορά τη διεθνή διάσταση της στοιχηματικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με όσα είχε αναφέρει ο τότε Αρχηγός Αστυνομίας, σε ορισμένες περιπτώσεις οι αρμόδιες αρχές δεν λάμβαναν απαντήσεις σε αιτήματα δικαστικής συνδρομής προς εταιρείες στοιχημάτων του εξωτερικού, κυρίως στην Ασία. Σε άλλες περιπτώσεις, η παρέλευση του χρόνου διατήρησης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων δυσχέραινε την εξασφάλιση κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων.

Υπήρχε, παράλληλα, το πρόβλημα της μαρτυρίας. Οι πληροφορίες για ασυνήθιστη στοιχηματική δραστηριότητα μπορούσαν να προκαλέσουν υποψίες και να οδηγήσουν σε έρευνα, αλλά δεν αρκούσαν απαραίτητα για να αποδειχθεί ποιος είχε ενεργήσει, με ποιον τρόπο και με ποιο σκοπό.

Το 2026 φέρνει ξανά το ζήτημα στην επιφάνεια

Οι πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν ότι το θέμα παραμένει επίκαιρο. Στις 12 Οκτωβρίου 2026, η Επιτροπή Δεοντολογίας και Προστασίας του Αθλητισμού ανακοίνωσε ότι, έπειτα από πληροφορίες για πιθανή χειραγώγηση, τρεις αγώνες του Κυπέλλου της περιόδου 2026-2027 θα τελούσαν υπό στενή παρακολούθηση, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές. Στις 16 Οκτωβρίου, η Επιτροπή αξιολόγησε δύο πορίσματα για ύποπτη στοιχηματική δραστηριότητα σε αγώνες της Β΄ Κατηγορίας κατά την περίοδο 2025-2026, ενώ αναμενόταν και τρίτο πόρισμα.

Τα ερωτήματα που απαιτούν απαντήσεις Η υπόθεση των ύποπτων αγώνων στο κυπριακό ποδόσφαιρο δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο με βάση τον αριθμό των φακέλων ή τις δημόσιες ανακοινώσεις για νέες έρευνες. Η Αστυνομία, η Νομική Υπηρεσία, η Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, η Επιτροπή Δεοντολογίας και Προστασίας του Αθλητισμού και η Εθνική Αρχή Στοιχημάτων καλούνται να δώσουν συγκεκριμένες απαντήσεις:

Πόσες ειδοποιήσεις της ΟΥΕΦΑ έχουν παραληφθεί συνολικά από το 2011 μέχρι σήμερα και ποια είναι η τελική έκβαση κάθε υπόθεσης; Πόσα αιτήματα δικαστικής συνδρομής προς ξένες στοιχηματικές εταιρείες παραμένουν αναπάντητα και ποια διαβήματα έχουν γίνει για την αντιμετώπιση του προβλήματος;

Πόσα πορίσματα έχουν διαβιβαστεί στη Νομική Υπηρεσία, πόσα οδήγησαν σε ποινικές διώξεις και ποιοι ήταν οι λόγοι για τους οποίους άλλες υποθέσεις δεν προχώρησαν;

Γιατί δεν αξιοποιήθηκαν στην πράξη οι νομοθετικές δυνατότητες τηλεφωνικών παρακολουθήσεων που θεσπίστηκαν το 2020, εφόσον αυτό επιβεβαιώνεται από τα διαθέσιμα στοιχεία;