Από τον πάγκο των «πρασίνων» έγινε ο δεύτερος Έλληνας που κοουτσάρει σε Μουντιάλ, μετά τον Αλκέτα Παναγούλια το 1994, αλλά ο πρώτος που κατακτά βαθμό στη διοργάνωση, αποδίδοντας καλό ποδόσφαιρο.
Η πορεία του μέχρι σε αυτό το σημείο μόνο τυχαία δεν ήταν. Ξεκίνησε στον Ηλυσιακό, «κτίζοντας» βήμα-βήμα το προπονητικό του προφίλ, όμως το πραγματικό «μπαμ» ήρθε με την ΑΕΛ, όταν οδήγησε τη Λάρισα στην κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδας (2007) και καθιέρωσε το όνομά του στο προσκήνιο.
Στη συνέχεια, η σταθερή παρουσία του σε πάγκους υψηλών απαιτήσεων (ΑΕΚ, ΠΑΟΚ, ΑΠΟΕΛ) και η ικανότητά του να «στήνει» ομάδες με ξεκάθαρη αγωνιστική ταυτότητα, του άνοιξαν οριστικά την πόρτα της Σαουδικής Αραβίας, όπου χαίρει σημαντικής εκτίμησης. Αυτή ακριβώς η φήμη μέσω της δουλειάς του, τον έφερε και στον πάγκο της Εθνικής ομάδας, με το ντεμπούτο του στο World Cup 2026 να συνοδεύεται από ένα αποτέλεσμα που γράφτηκε στην ιστορία.
Στο 1-1 με την Ουρουγουάη, η ομάδα του Δώνη είχε την κατοχή, προσπάθησε να κυριαρχήσει με ποδόσφαιρο πρωτοβουλίας, έπαιξε το στιλ που ο ίδιος πρεσβεύει και κατάφερε να αξιοποιήσει μία από τις σημαντικές ευκαιρίες της. Αν ο τερματοφύλακας δεν απομάκρυνε ασταθώς στη φάση του γκολ που δέχτηκε, ίσως η Σαουδική Αραβία να είχε φτάσει ακόμη και σε μια σπουδαία νίκη, την πρώτη του Έλληνα τεχνικού σε Μουντιάλ, στην ίδια ήπειρο όπου, αρκετά χρόνια νωρίτερα, είχε γράψει ιστορία ο Παναγούλιας με την Εθνική Ελλάδας, η οποία είχε κάκιστη εμφάνιση στα γήπεδα των ΗΠΑ.